Τρίτη, 31 Αυγούστου 2010

Κορίτσι απ' αλλού...Ι

Είναι δεκαεννιά κι ας λέει εικοσιπέντε. Το γραφείο που μου την έστειλε, τηρώντας κάποιο εμπνευσμένο επαγγελματικό πρωτόκολλο - ...αστεία παρατήρηση για μια χώρα σαν την Ελλάδα και... ξεκαρδιστική για το εν λόγω γραφείο -, μου παρέδωσε και φωτοτυπία του διαβατηρίου της, "για να ξέρεις ποιά βάζεις σπίτι σου", όπως χαρακτηριστικά είπε ο κύριος Γαβρίλης, ο υπεύθυνος του γραφείου: ένας τύπος με βλαχαδερή προφορά κι ελαφρώς γλοιώδεις τρόπους. Υποθέτω ότι κάποτε κουράστηκε από την περιορισμένη και κοπιώδη αγροτική ζωή του χωριού του και βρέθηκε στο γραφείο της πρωτεύουσας, ελπίζοντας σε καλύτερες μέρες. Η διακίνηση κι εύρεση εργασίας σε παράνομους -ίσως και μη- αλλοδαπούς πρέπει να φλάσαρε στο νου του ως ιδανική περίπτωση επαγγέλματος: δεν χρειάζεται γνώσεις, ούτε πτυχία, ούτε προϋπηρεσία, ούτε παρουσιαστικό, ούτε επικοινωνιακές ή άλλες δεξιότητες. Το μόνο που χρειάζεται είναι κάποιες σωστές διασυνδέσεις...κι ένα τηλέφωνο. Α! βεβαίως να μην ξεχάσω: και μια εμφανίσιμη αλλοδαπή, ομιλούσα στοιχειώδη ελληνικά για να εισπράττει από τους πελάτες το μερτικό του γραφείου, καθώς ο Γαβρίλης πρωτίστως δεν ασχολείται πια με τέτοια ποταπά καθήκοντα και κατά δεύτερον, δεν επιθυμεί διόλου να φαίνεται. Είναι κάτι σαν τον αόρατο άνθρωπο. Ο άνθρωπος-φωνή. Δεν θα τον δεις ποτέ! Μόνο θα τον ακούσεις στο τηλέφωνο υπερβολικά πολλές φορές μέχρι να σου βρει το κελεπούρι που γυρεύεις και που εκείνος πάντα διαθέτει, όπως ισχυρίζεται με σιγουριά.
Το κορίτσι πάντως επιμένει στο εικοσιπέντε. Δεν γνωρίζει τους επαγγελματικούς όρους του Γαβρίλη, έτσι δεν μπορεί να φανταστεί ότι τα στοιχεία του διαβατηρίου της -συμπεριλαμβανομένης της ημερομηνίας γέννησης- κυκλοφορούν ανάμεσά μας, ασχέτως ότι θα έπρεπε να είναι δηλωμένα και καταγεγραμμένα στα αρχεία κάποιας δημόσιας υπηρεσίας μετανάστευσης ή αλλοδαπών. Αυτό δεν φαίνεται να απασχολεί κανέναν απο τους τρείς μας για την ώρα.
Εγώ, χρειαζόμουν άμεσα έναν άνθρωπο για βοήθεια. Κάμποσο καιρό αγωνιζόμουν ολομόναχη σ' ένα θλιβερό μαραθώνιο απόγνωσης, υποχρεώσεων κι ευθυνών. Τελικά, νομίζω ότι η αρρώστια των αγαπημένων ανθρώπων είναι απο τα δυσκολότερα ζητήματα για να διαχειριστεί κανείς. Και πόσο αν αυτός ο αγαπημένος είναι η μία και μοναδική, η αναντικατάστατη μάνα.
Mια εσωτερική γυναίκα λοιπόν φαινόταν ότι θα μου έλυνε κάποια πρακτικά θέματα όπως: να μπορώ να βγαίνω απο το σπίτι με το κεφάλι μου ήσυχο, να έχω τη δυνατότητα ν' ασχοληθώ με αμιγώς δικές μου υποθέσεις που απο καιρό έχω παραμελήσει, να πάψω να επωμίζομαι νυχθημερόν τον άχαρο ρόλο της αποκλειστικής νοσοκόμας. Επιπλέον του ότι σου λύνει αρκετά πρακτικά προβλήματα, μια εσωτερική κοστίζει σαφώς λιγότερο απο μια γυναίκα ωραρίου. Αυτές ήταν κάποιες απο τις σκέψεις που με οδήγησαν στην απόφαση να επικοινωνήσω με το γραφείο ευρέσεως εργασίας "Ο Γαβρίλης". Στο πρώτο μισάωρο ο κύριος Γαβρίλης είχε κάμποσες περιπτώσεις να μου προτείνει. Την ίδια μέρα κιόλας μου έστειλε έξι κυρίες -τις καλύτερες κατά την κρίση του-, τις οποίες είδα κι απέρριψα. Ο Γαβρίλης δεν πτοήθηκε διόλου, ίσα-ίσα την επόμενη μέρα έγινε πιο δραστικός, και εξόρυξε για μένα "ένα πραγματικό διαμάντι", όπως χαρακτήρισε την Ταμάρα. Μια μικρή στρουμπουλή κοπέλα απο την Υπερκαυκασία που είχε βρεθεί στην Ελλάδα πριν δύο περίπου μήνες ακολουθώντας το δρόμο που χάραξε η μαμά της, οι θείες της, οι ξαδέρφες της και πάει λέγοντας.
Τις πρώτες μέρες, της μιλούσαμε και κοκκίνιζε. Χαμογελούσε αμήχανα ή κατέβαζε το βλέμμα όποτε της απευθύναμε το λόγο. Μια φορά, -εκείνων των πρώτων ημερών- έτυχε να με πετύχει άξαφνα στο διάδρομο του σπιτιού, μόλις είχα βγει απο το μπάνιο τυλιγμένη σε μια πετσέτα. Γούρλωσε τα μάτια, έβγαλε μια μικρή κραυγή, έσκυψε το κεφάλι και, με μια ταπείνωση που μου θύμισε καλόγρια, εξαφανίστηκε αλαφιασμένη απο μπροστά μου.
Δεν μιλούσε γρυ ελληνικά αλλά με ενημέρωσε θαρρετά ότι αυτό δεν ήταν πρόβλημα γιατί ήξερε αγγλικά. Όπως και να το κάνεις, αυτό ήταν ένα αισιόδοξο μήνυμα. Κυρίως το θάρρος με το οποίο συνόδευσε τη δήλωσή της. Μέρα με τη μέρα όμως η αισιοδοξία μου εξανεμιζόταν καθώς διαπίστωνα ότι τα καλά αγγλικά της Ταμάρας βρίσκονταν σε εμβρυϊκή κατάσταση. Τρομάζαμε να συνεννοηθούμε για τα στοιχειώδη. Λέξεις καίριας σημασίας για τη συνεργασία μας, όπως home, brother, nephew, glass, water, της ήταν παντελώς άγνωστες.
Έχει τελειώσει, λέει, και το Πανεπιστήμιο. Κατέχει πτυχίο στα Παιδαγωγικά, μας ενημέρωσε. Αυτή η πληροφορία αναφέρθηκε κι ως αδιάσειστη απόδειξη για το άριστο επίπεδο των αγγλικών της, αφού ως γνωστόν, οι ξένες γλώσσες είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τους φοιτητές των Πανεπιστημίων παγκοσμίως. Όπως επίσης παγκοσμίως -...και δεν εξαιρούνται οι χώρες της Υπερκαυκασίας-, το τέλος της Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, σε βρίσκει κάπου στα δεκαεπτά, δεκαοκτώ, καλώς εχόντων των πραγμάτων, κι αν συνεχίσεις στην Τριτοβάθμια εκπαίδευση, θα φας, στην καλύτερη, άλλα τρία με τέσσερα χρονάκια. Το όλον, μας οδηγεί κάπου στα είκοσι δύο - είκοσι τρία. Επιμένω, βάσει του διαβατηρίου της είναι δεκαοκτώ μισό. Ούτε καν δεκαεννιά...
Ακόμα, ευθύς εξ αρχής μας πληροφόρησε -με κάποια συστολή- ότι είναι λογοδοσμένη μ' έναν νεαρό πατριώτη της, ονόματι Βάσο. Σήμερα που μιλάμε, τόσο ο Βάσος όσο και κάθε αναφορά σ' αυτόν έχουν παραπέσει σε κάποιο αμνησιακό χαντάκι του μυαλού της. Δεν φαίνεται να έχει πια νόημα η ύπαρξή του, αφού σιγουρεύτηκε ότι σ' αυτό το σπίτι κανείς δεν έχει όρεξη να την βιάσει, κι ότι και του λόγου μου δεν είμαι καμιά διεστραμμένη λεσβία. Ίσως είχε τα δίκια της που επινόησε τον Βάσο αλλά δεν μπορώ να καταλάβω πως θα μπορούσε αυτή η επινόηση να λειτουργήσει αποτρεπτικά αν έπεφτε σε κανέναν ανωμαλιάρη εργοδότη... Επιπλέον, για να λέμε και την αλήθεια, η Ταμάρα δεν είναι απ΄τα κορίτσια που ανάβουν φωτιές όταν τα βλέπει κανείς...

Συνεχίζεται...


Σημ.: Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα κι ονόματα είναι απολύτως συμπτωματική καθώς πρόκειται για φανταστική ιστορία που δεν βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα.